Η απόφαση K and L μετατοπίζει τον άξονα της ενωσιακής προστασίας από την αφηρημένη απαγόρευση διακρίσεων προς μια πιο πυκνή, ταυτοτική και διαδικαστική κατανόηση της ευαλωτότητας. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι γυναίκες, ακόμη και ανήλικες, οι οποίες κατά τη διαμονή τους σε κράτος μέλος ταυτίσθηκαν γνήσια με τη θεμελιώδη αξία της ισότητας γυναικών και ανδρών, δύνανται, ανάλογα με τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής, να συγκροτούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η καινοτομία της απόφασης δεν βρίσκεται απλώς στην αναγνώριση του φύλου ως στοιχείου της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, αλλά στην ανάδειξη της ισότητας ως στοιχείου προσωπικής ταυτότητας που δεν επιτρέπεται να αποκηρυχθεί για να αποφευχθεί δίωξη. Με τον τρόπο αυτόν, η νομολογία εγκαθιδρύει ένα λειτουργικό test ουσιαστικής ισότητας, το οποίο συνδυάζει το άρθρο 2 ΣΕΕ, το άρθρο 21 και το άρθρο 24 του Χάρτη, τη Σύμβαση της Γενεύης, τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και τη CEDAW. Παράλληλα, το σχόλιο επισημαίνει τους κινδύνους ενός υπέρμετρα ενδοσκοπικού ελέγχου της «γνήσιας ταύτισης» και προτείνει μια διοικητική εφαρμογή προσανατολισμένη σε αντικειμενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής, στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η ευάλωτη ισότητα ως λόγος διεθνούς προστασίας (Σχόλιο στην απόφαση ΔΕΕ C-646/21, K and L/Staatssecretaris van justitie en Veiligheid, 11.06.2024)
Λέξεις-κλειδιά
διεθνής προστασία – απαγόρευση διακρίσεων – ευαλωτότητα – ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα – ισότητα γυναικών και ανδρών – βέλτιστο συμφέρον του παιδιού – non refoulement

